• Post author:
  • Reading time:1 mins read

Ένα από τα στολίδια της αρχαίας Ελληνικής κληρονομιάς, είναι αυτό της μυθολογίας. Μέσα από τις ιστορίες και τους ήρωές της, κατορθώνει να φέρει μηνύματα για το κοινωνικό πλαίσιο των τότε κοινωνιών, αλλά και να αποτυπώνει ηθικά διδάγματα με εκπληκτικά διαχρονικό χαρακτήρα. Οι αρχαίοι μύθοι, καλά δομημένοι και ευφάνταστοι, αναδεικνύουν αρχέτυπα ενός ανθρώπινου τρόπου σκέψης, που μέχρι και σήμερα φωτίζει την ύπαρξη και συμπεριφορά μας. Ποιοι από αυτούς λοιπόν, μπορούν να μας συντροφεύσουν και να μας μοιράσουν λίγη από τη λαϊκή τους σοφία στο περίπλοκο “τώρα” που βιώνουμε;

Οι Αλκυονίδες μέρες

Ξεκινάμε με τον μύθο που ενέπνευσε και το θέμα του φετινού επερχόμενου event του TedxAUEB˙ και όχι άδικα.

Η Αλκυόνη ήταν κόρη του Αιόλου και της Ενάρετης. Θαμπωμένος από την ομορφιά της, ο βασιλιάς σε μια πόλη της Θεσσαλίας, Κύηκας, την παντρεύτηκε και μαζί ζούσαν ευτυχισμένοι δίπλα στη θάλασσα. Η ένωσή τους έμοιαζε τόσο τέλεια, που τυφλωμένοι από ευτυχία και έρωτα, θεώρησαν τους εαυτούς τους ισάξιους με τους θεούς. Αυτό δεν άργησε να προκαλέσει την οργή του Δία. Μία μέρα λοιπόν, που ο Κύηκας αποφάσισε να πάει για ψάρεμα, ο Δίας έφερε τρομερή τρικυμία και έριξε έναν κεραυνό στην βάρκα του. Η θάλασσα ξέβρασε τον σωρό του μαζί με τα ξύλα από τη βάρκα του στην ακτή. Η Αλκυόνη μέσα στον θρήνο και την απελπισία του χαμού του αγαπημένου της, ήθελε να πάει να τον βρει στον Κάτω Κόσμο. Όμως ο Δίας την λυπήθηκε και της χάρισε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, μεταμορφώνοντάς την σε πουλί που ζει κοντά στην θάλασσα. Έτσι η Αλκυόνη, πλέον σαν πουλί ζούσε στην ακροθαλασσιά, χωρίς να μπορεί να επιβιώσει όμως, αφού ο παγερός χειμώνας και η φουρτούνα της θάλασσας παρασέρνουν τα μικρά και τη φωλιά της. Ο Δίας αποφάσισε να την βοηθήσει, αλλάζοντας για δεκαπέντε ημέρες τα χειμερινά καιρικά φαινόμενα. Κάπως έτσι προέκυψαν οι Αλκυονίδες μέρες˙ ένα παράθυρο φωτός και ζεστασιάς μέσα στην καρδιά του χειμώνα, όπου επιτρέπει στις Αλκυόνες να γεννήσουν τα αυγά τους.

Ο συγκεκριμένος μύθος δείχνει πως, ακόμα και μέσα από τις χειρότερες καταστάσεις, μέσα μας πηγάζει όλη τη δύναμη που χρειαζόμαστε. Κανείς δεν μπορεί να πορεύεται αλάνθαστος και τις περισσότερες φορές τα λάθη αυτά πληρώνονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ακόμα ωστόσο και αν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση χωρίς να την προκαλέσουμε, δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη στον εαυτό μας πως μπορούμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας, πιο δυνατοί και ανανεωμένοι από ποτέ. Διότι παρόλο που το αρχικό μας σχέδιο μπορεί να αποτύχει, όλοι μας αξίζουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Παρόλο που μπορεί να σκοντάψουμε, μέσα μας βρίσκεται η εσωτερική αντοχή να συνεχίσουμε, να παλέψουμε και μέσα από τις αντιξοότητες να μεταμορφωθούμε. Έτσι, με παράδειγμα την Αλκυόνη, που για άλλαξε μέχρι και τον καιρό για να επιβιώσει, ας κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να υπερασπιστούμε τα θέλω μας.

Το κουτί της Πανδώρας

Με αφορμή την κλοπή της Ιερής Φωτιάς από τον τιτάνα Προμηθέα, ο Δίας εξοργίστηκε. Θέλοντας να τιμωρήσει τόσο τον τιτάνα, όσο και το ανθρώπινο γένος που οικειοποιήθηκε την φωτιά, ανέθεσε στον Ήφαιστο να πλάσει μια πήλινη γυναίκα, δίνοντάς της ζωή, γλυκιά φωνή και ομορφιά αθάνατης θεάς. Έπειτα, κάθε Ολύμπιος θεός της χάρισε και από ένα δώρο (εξ’ ου και η προέλευση του ονόματός της) που φύλαξε σε ένα κουτί. Έτσι, ο Δίας πρόσταξε τον Ερμή, να πάει την Πανδώρα για νύφη στον αδερφό του Προμηθέα, τον Επιμυθέα, που παρά τις προειδοποιήσεις του αδερφού του, μαγεύτηκε από την ομορφιά της και την παντρεύτηκε. Δεν άργησε να μάθει όμως τα δεινά που κουβαλούσε για τους ανθρώπους στο κουτί της. Κανένας δεν ήξερε το περιεχόμενό του και κανείς δεν τολμούσε να το ξεσκεπάσει. Η περιέργεια του Επιμυθέα όμως μια μέρα, τον ώθησε να σηκώσει το καπάκι και προτού το καταλάβει το δωμάτιο γέμισε με φοβερά πράγματα, άγνωστα στην μέχρι τότε ανθρωπότητα˙ η ασθένεια, η απόγνωση, η κακία, τα γηρατειά, ο θάνατος, το μίσος, η βία, η σκληρότητα, ο πόλεμος και άλλες οδύνες ξεχύθηκαν στη γη. Έκλεισε με δύναμη το κουτί και το κλείδωσε, αφήνοντας μόνο την ελπίδα μέσα.

Στον μύθο αυτό, η ιερή φωτιά συμβολίζει το φως, την γνώση, την αλήθεια και την αγάπη. Το κουτί είναι ένας παραλληλισμός για την ανθρώπινη ψυχή, η οποία δίνει νόημα στην ζωή μας και που πάντοτε θα κρύβει απρόσμενους θησαυρούς, είτε είμαστε έτοιμοι να τους δεχτούμε είτε όχι. Το αν τελικά θα ανοίξουμε το κουτί, βρίσκεται στην δική μας βούληση˙ τα δώρα της ζωής βρίσκονται κλεισμένα και είναι στο χέρι μας  το αν θα τα δεχτούμε μαζί με όλα δεινά. Γιατί όλα είναι μέσα στη ζωή, καλές και κακές εμπειρίες που μας οδηγούν σε βαθύτερη γνώση του πνεύματός μας. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο που η ελπίδα βρίσκεται τελευταία στο κουτί˙ όσο και αν μας επηρέασαν οι κακουχίες και οι δυστυχίες του κόσμου, πάντα υπάρχει στον καθένα μας η εσωτερική αρετή της ελπίδας. Αυτή θα μας οδηγήσει, καλύτερα εξοπλισμένους, στο οτιδήποτε έχει να φέρει το αύριο. Για αυτό μην διστάσεις να ανοίξεις το κουτί.

Η αρπαγή της Περσεφόνης

Η Περσεφόνη ήταν κόρη της θεάς Δήμητρας και του Δία. Η ομορφιά της ήταν τόση, που ο Πλούτωνας, θεός του Άδη, την ερωτεύτηκε και αποφάσισε να την κλέψει. Μια μέρα λοιπόν, καθώς η Περσεφόνη μάζευε λουλούδια, έσκυψε να κόψει έναν νάρκισσο, όταν ξαφνικά η γη άνοιξε στα δύο. Τότε ξεπρόβαλε ο Πλούτωνας με το άρμα του και άρπαξε την κοπέλα στον Κάτω Κόσμο. Η Δήμητρα έψαχνε μάταια την κόρη της και από την στεναχώρια και τα δάκρυά της, μαράζωσαν η γη και οι καλλιέργειες. Οι άνθρωποι πεινούσαν και οι μέρες περνούσαν χωρίς να φανεί η Περσεφόνη. Μια μέρα ο Ήλιος, έχοντας δει τα πάντα, λυπήθηκε την Δήμητρα, της είπε τι συνέβη και τότε ο Δίας διέταξε τον θεό του Άδη να ελευθερώσει την κόρη του. Αδυνατώντας να παρακούσει τις διαταγές του Δία, ο Πλούτωνας παγίδεψε την Περσεφόνη δίνοντάς της να φάει ένα ρόδι πριν την αφήσει˙ γνωρίζοντας πως αν κατανάλωνε τροφή στον Κάτω Κόσμο, δεν θα μπορούσε να φύγει. Η κόρη έφαγε έξι σπόρια μονάχα και έτσι συμφώνησαν πως τους έξι μήνες τον χρόνο θα τους περνάει στον Άδη, ενώ τους άλλους δίπλα στη μητέρα της. Έτσι τους μισούς μήνες του χρόνου, τα δέντρα και η φύση μαραζώνει μαζί με την Δήμητρα, ενώ τους υπόλοιπους ανθίζει και χαίρεται.

Οι ερμηνείες του μύθου είναι πολλές. Σίγουρα η εμφανής πτυχή του προσπαθεί και ερμηνεύει την εποχιακή αλλαγή μέσα στον χρόνο, την εναλλαγή από ξηρασία σε ευκαρπία. Σε δεύτερη ανάλυση ωστόσο κρύβεται ο ίδιος ο κύκλος της ζωής˙ από την ελευθερία της νεαρής Περσεφόνης, στο τελικό της σπίτι στον κάτω κόσμο. Όπως λοιπόν η Περσεφόνη έμαθε να ξαναγεννιέται κάθε έξι μήνες, υπομένοντας άλλους τόσους σε μια προσωπική κόλαση, έτσι και ο καθένας πρέπει να βρει την υπομονή και το θάρρος να εμείνει στις δύσκολες εποχές, ακόμα και αν δεν είναι στιγμιαίες. Οφείλουμε να συμφιλιωθούμε με τις δυσκολίες της ζωής, όσο αξεπέραστες κι αν μοιάζουν. Γιατί στο τέλος, πάντα έρχεται η άνοιξη και τότε, θα έχουμε βγει από τον βαρύ χειμώνα πιο σοφοί από ποτέ.